Στουρνάρας: Ανέφικτη η έξοδος στις αγορές το 2018 χωρίς μείωση χρέους

Στουρνάρας: Ανέφικτη η έξοδος στις αγορές το 2018 χωρίς μείωση χρέους

Ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο συνέδριο του ΣΕΤΕ, σημείωσε πως η συμφωνία του περασμένου καλοκαιριού αναπροσανατόλισε την οικονομική πολιτική σε ρεαλιστικές κατευθύνσεις και «ήταν η μόνη λύση απέναντι στους μεγάλους κινδύνους, που το καλοκαίρι του 2015 ήταν προ των πυλών».

Αναφερόμενος στα θετικά στοιχεία που διαμορφώθηκαν από την έστω και με «βραδείς ρυθμούς» υλοποίηση του προγράμματος, ο κ Στουρνάρας απαρίθμησε τα εξής:

-Η επαναφορά του waiver, η σταθεροποίηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα και η μείωση του ανώτατου ορίου παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) προς τις ελληνικές τράπεζες από τις αρχές Ιουνίου 2016 έως σήμερα κατά 16,3 δισ. ευρώ συνολικά, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί σε 51,8 δισ. ευρώ.

-Η σταδιακή βελτίωση της οικονομίας αρχίζει να απεικονίζεται και στην πορεία αρκετών μακροοικονομικών δεικτών όπως η αύξηση της βιομηχανικής παραγωγής κατά 2% σε ετήσια βάση το οκτάμηνο Ιανουαρίου – Αυγούστου 2016, η άνοδος του δείκτη όγκου λιανικών πωλήσεων κατά 9,7% τον Ιούλιο του 2016 σε ετήσια βάση, ενώ ο εποχικά διορθωμένος δείκτης όγκου λιανικών πωλήσεων αυξήθηκε κατά 4,9% τον Ιούλιο του 2016, σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα και η (σύμφωνα με την Εργάνη) δημιουργία 237.817 νέων θέσεων εργασίας.

Ακόμη, ο κ. Στουρνάρας ανέφερε πως η ΤτΕ προβλέπει ότι η ανάκαµψη της οικονοµικής δραστηριότητας που ξεκινά από το β’ εξάµηνο του 2016 θα συνεχιστεί και το 2017 και 2018. Συγκεκριμένα, το 2016 αναµένεται µικρή µείωση του ΑΕΠ, της τάξεως του 0,3%, και ανάπτυξη 2,5% και 3% για το 2017 και 2018 αντίστοιχα.

«Τυχόν καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης και ιδιαίτερα στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων θα περιορίσει την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, με αποτέλεσμα την αναζωπύρωση της αβεβαιότητας. Παράλληλα, εξακολουθούν να υφίστανται κίνδυνοι και αβεβαιότητα για την πορεία της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας οικονομίας, που οφείλονται, μεταξύ άλλων, στη σχεδιαζόμενη έξοδο του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), καθώς και σε ενδεχόμενη επιδείνωση της προσφυγικής κρίσης. Επίσης, κίνδυνοι ελλοχεύουν από ενδεχόμενη έξαρση του προστατευτισμού, καθώς και πιο απλουστευτικές προσεγγίσεις σε περίπλοκα προβλήματα και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, που εδράζονται στον απομονωτισμό και όχι στη συνεργασία και το συντονισμό», υπογράμμισε ο διοικητής της ΤτΕ.

Όπως υπογράμμισε, τρία είναι τα στοιχεία που θα θωρακίσουν την ελληνική οικονομία: η επιτάχυνση της εφαρμογής του προγράμματος, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και το χρέος.

«Το πρώτο και σημαντικότερο είναι η προσήλωση στους στόχους του προγράμματος και κυρίως η επιτάχυνση του ρυθμού εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων, που έχουν αποφασισθεί. Στις αμέσως επόμενες μέρες, αρχίζει η δεύτερη αξιολόγηση, που περιλαμβάνει μια σειρά ουσιώδεις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με προσδοκώμενα οφέλη για την οικονομική δραστηριότητα. Η αξιολόγηση θα πρέπει να ολοκληρωθεί χωρίς καθυστερήσεις. Αν συμβεί αυτό, οι θετικές επιπτώσεις θα γίνουν γρήγορα αισθητές και θα ισχυροποιηθεί η πρόβλεψη ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας με επιταχυνόμενους ρυθμούς από το 2017 και μετά.

Η αποτελεσματική διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι βασική προϋπόθεση για την ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης αλλά και για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και τομέων της οικονομίας.

Η τρίτη σημαντική πρόκληση που θα αντιμετωπίσουμε άμεσα είναι η έναρξη ουσιαστικών συζητήσεων με τους εταίρους για την ελάφρυνση του δημόσιου χρέους. Η ελάφρυνση του χρέους είναι εξαιρετικής σημασίας όχι μόνο μακροπρόθεσμα, αλλά και βραχυπρόθεσμα. Διότι, εάν το ελληνικό χρέος δεν κριθεί βιώσιμο, η προβλεπόμενη έξοδος στις αγορές το 2018 δεν είναι εφικτή. Πρέπει, συνεπώς, οι συνομιλίες να αρχίσουν τώρα και να ολοκληρωθούν όσο το δυνατόν συντομότερα. Άλλωστε, η συζήτηση για το χρέος συνιστά δέσμευση των εταίρων από το 2012, η οποία επαναλήφθηκε τον περασμένο Μάιο, αλλά δεν έχει ακόμα υλοποιηθεί».